Η γυναίκα πάνω στο κρεβάτι μου.

Γιατί σε σκέφτομαι τώρα ρε παιδί μου, γιατί;

Γιατί συμβαίνει αυτό;

Είναι φυσιολογικό αυτό;

Είναι φυσιολογικό να συμβαίνει αυτό; Είναι φυσιολογικο να σε σκέφτομαι ενώ ρε παιδί μου δεν το θέλω μέσα στο μυαλό μου, είναι φυσιολογικό αυτό το πράμα; Και δεν μπορώ να στο εξηγήσω. Δεν μπορώ να σου εξηγήσω εγώ τώρα αυτήν την στιγμή αν εσένα σε σκέφτομαι σαν ο «Δημήτρης», σαν ο …………, δεν μπορώ να στο εξηγήσω αυτό το πράγμα.

Γιατί συμβαίνει αυτό;

Γιατί ρε παιδί μου ενώ επιλέγουμε και λέμε ότι «εγώ δεν θέλω», εγώ ρε παιδί μου λες θέλω να είμαι μόνος μου, δεν θέλω, δεν με ενδιαφέρει, δεν γουστάρω, δεν αισθάνομαι, δεν, δεν, δεν, δεν όλα αυτά ρε παιδί μου.. τα καταλαβαίνεις αυτά τα «όλα αυτά ρε παιδί μου»; Αυτήν την έκφραση, την έκφραση «δεν θέλω τίποτα», την καταλαβαίνεις;

Γιατί λοιπόν ενώ λέμε αυτό το πράγμα, και σε βλέπω και «έρχεσαι» και λες «ωπ! έρχεται» και αυτό το πράγμα εγώ το διαχειρίζομαι γιατί ξέρω, ξέρω πως αυτό το πράγμα που έρχεται είναι λίγο περίεργο,

«θα το διαχειριστώ» λες ρε παιδί μου θα το διαχειριστώ, εγώ; Δεν θα το αφήσω αυτό το πράγμα να με επηρεάσει, δεν θέλω ρε παιδί μου! Δεν θέλω! Περνάω την φάση μου, περνάω την περίοδο μου, δεν θέλω να βάλω και άλλα πράγματα μέσα στο μυαλό μου..

Γιατί συμβαίνει αυτό;

Πως γίνεται ρε παιδί μου με δύο τρία φιλιά, με λίγα αγγίγματα, με μερικά «εγώ εσένα δεν σε θέλω» να μπαίνεις μέσα στο μυαλό;

Πως γίνεται; Ποια είναι αυτή η ανάγκη που έχουμε μέσα μας…… που δεν αφήνει αυτό το ρημάδι το μυαλό να ηρεμήσει.

Αφού σου λέω. Το βλέπω. Το βλέπεις. Ξέρουμε και οι δύο πως υπάρχει χημεία. Δεν είσαι φυσιολογική. Δεν είμαι φυσιολογικός. Αφου ρε παιδί μου είμαστε δύο σοβαροί άνθρωποι και το βλέπουμε αυτό το πράγμα.. γιατί το αφήνουμε να εξελίσσεται; Γιατί το αφήνουμε να προχωράει; Γιατί ρε πουλάκι μου δεν το κόβουμε εκεί που είναι; Ε; Γιατί δεν το κόβουμε; Γιατί.. Γιατί πρέπει να πάρουμε «λίγο ακόμα» ενώ ξέρουμε ότι αυτό το «λίγο ακόμα» μόνο προβλήματα μπορεί να μας δημιουργήσει. Μπορεί να μας δημιουργήσει κάτι άλλο; Γιατί «πρέπει».. ε; Γιατί πρέπει να γεμίσουμε το γαμημένο το μυαλό μας με εικόνες, με μυρωδιές, με αρώματα, με βλέμματα, με ανάγκες. Γιατί ενώ εγώ λέω ότι δεν θέλω καμιά ανάγκη μέσα μου, θέλω ένα μυαλό ήρεμο, ένα μυαλό καθαρό, γιατί σε «αφήνω» να έρχεσαι; Ε;

Και εκει θα μου πεις.. και αν απογοητευτώ;

Θα φταίω εγώ ή θα φταις εσύ;

Και αν σε απογοητεύσω;

Θα φταίω εγώ ή θα φταις εσύ;

Και αν αυτό το πράμα που ζούμε είναι τόσο ωραίο που δεν πρέπει να το αφήσουμε;

Και αν για μερικούς ανθρώπους απλά αυτό είναι το πεπρωμένο τους; Μέσα από διαφορετικές καταστάσεις (τόσο αταίριαστες μεταξύ τους) δυο άγνωστοι άνθρωποι να έρχονται κοντά;

Από το πουθενά;

Από το τίποτα;

Από το τώρα;

Από το ένα λάθος μήνυμα. Από το ένα μήνυμα που δεν κράτησες τον εγωισμό σου και το έστειλες.

Γιατί;

Γιατί μωρό μου να συμβαίνει αυτό;

Γιατί φοβάμαι τόσο πολύ να αφεθώ;

Γιατί με ρωτάς αν μου αρέσει να σε έχω στο κρεβάτι μου και εγώ αντί να σου πω «ναι» το σκέφτομαι;

Γιατί όλα στην ζωή πρέπει να είναι τόσο δύσκολα;

Γιατί να μην είναι απλά;

Γιατί να μην μπορούμε να ερωτευόμαστε; Χωρίς να κρατούμε προσχήματα, χωρίς να παίζουμε σαν κομπάρσοι, σαν μέτριοι ηθοποιοί.. σαν μέτριοι ηθοποιοί που παίζουν σε μια παράσταση που δεν έχει ιδιαίτερο νόημα, μια συναυλία που την βλέπουν οι ίδιοι και οι ίδιοι.. από συνήθεια.

Γιατί;

Γιατί να μην πούμε «εγώ με εσένα αυτό το πράγμα θα το ζήσω» και δεν θα βάλω μέσα σε όλο αυτό όλα αυτά τα «αν» που κουβαλάω μέσα μου, και πίσω μου, και τα σέρνω.. τα σέρνω σαν αυτά τα κουτάκια που κρεμούν οι νιόπαντροι πίσω στα αυτοκίνητα και γυρνούν χαρούμενοι κάνοντας θόρυβο.. αυτά τα κουτάκια αναψυκτικού..

Γιατί ρε μωρό μου δεν μπορούμε να ερωτευθούμε χωρίς βαρίδια πάνω μας; Να μην πούμε «εγώ αυτό το πράγμα με εσένα θα το ζήσω και όσο πάει». Μια ώρα, μια στιγμή, μια μέρα, ένα μήνα, όσο πάει.. όσο η «ανάγκη» μας δεν μας αφήνει να κάνουμε τίποτα άλλο από το να μοιραζόμαστε τον χρόνο μας και τα κορμιά μας. Να τα δίνουμε. Να τα προσφέρουμε ελεύθερα ο ένας στον άλλον..

..για να ασελγήσουν πάνω τους οι πιο βαθιές μας «ανάγκες».

..για να νιώσουμε πως είναι όταν αισθάνεσαι ζωντανός.

Γιατί το να αισθάνεσαι ζωντανός μέσα σε έναν κόσμο που η ρουτίνα μοιάζει σαν ευχή, είναι δύσκολο.. μα και συνάμα τρομακτικό. Και το δικό μου μυαλό κουράστηκε να τρομάζει, το δικό μου μυαλό βαρέθηκε να προσδοκά, το δικό μου μυαλό δεν περιμένει ποια τίποτα.

Είναι μικρή μωρό μου η ζωή για να της δείξω την τρέλα μου.

Είναι ακόμα πιο μικρός ο «μικρόκοσμος» μου για να χωρέσεις μέσα σε αυτόν. Και αν σε βάλω; Και αν δημιουργήσουμε μια τεράστια φούσκα, σαν αυτές που κάνουν τα παιδιά με λίγο νερό και σαπουνάδα, αυτές τις μεγάλες φούσκες.. αν φτιάξω μια μεγάλη τέτοια φούσκα και μέσα της μπούμε;

Ποιος από τους δυο θα την σπάσει πρώτος;

Έχει σημασία;

Το αποτέλεσμα πάντα ίδιο.

Άνθρωποι μόνοι, καρδιές αντάμα.

Σε μια απόσταση που τις καλύπτει μια αγκαλιά και ένα χάδι –μα χώρια.

Όσο κοντά μου και να σε φέρω πάντα θα φοβάμαι το σκοτάδια μου. Μην σε ρουφήξουν και εσένα. Εκείνα τα μοναχικά βράδια, εκείνες τις μέρες που ξυπνώ και δεν βρίσκω λόγους για να σηκωθώ από το κρεβάτι. Αυτά τα σκοτάδια μου φοβάμαι μωρό μου. Αυτά τα σκοτάδια που πάντα γυρνούν σε εμένα. Αρμένικες βύζιτες, επισκέπτες που ξέμειναν μετά την γιορτή, φεύγουν και έρχονται, φεύγουν και έρχονται, και μόνο εδώ ξέρουν να γυρνούν. Με κοροϊδεύουν, με γελούν.

«Σου αρέσει που με έχεις δίπλα σου;»

Ίσως το «ναι» να είναι η πιο ξεκάθαρη απάντηση που θα μπορούσα ποτέ να ξεστομίσω.

Ίσως αυτό το «ναι» μόνο να στο ψιθύριζα θα μπορούσα. Μόνο και μόνο γιατί φοβάμαι μήπως εκείνα τα «σκοτάδια» το ακούσουν και ‘ρθουν.

Τι ειρωνεία!

Ποτέ δεν με άφησαν να φέρω παρέα. Πάντα με ήθελαν μόνο μου. Και αυτό μωρό μου ίσως είναι το χειρότερο.

Πως το «μόνος» είναι ανάγκη και προϋπόθεση.

Φεύγουν όταν σιγουρευτούν πως είμαι μόνος.

Έρχονται όταν κάποιος «επισκέπτης» ξαπλωμένος στο κρεβάτι με ρωτήσει αν μου αρέσει που είναι δίπλα μου.

Πλησιάζω τον λαιμό σου, σε μυρίζω και σε φιλώ. Η παλάμη μου καλύπτει όλο το πρόσωπο σου. Την φιλάς στοργικά και η «υποταγή» σου ηρεμεί την τρέλα του μυαλού μου.

Σε προστατεύω.

Προστατεύω εσένα και όλη αυτήν την αύρα που σε περιβάλλει.

Σε προστατεύω.

Σε προστατεύω γιατί νιώθω πως εκείνη την στιγμή την στιγμή είσαι το πιο ευάλωτο πλάσμα του κόσμου, ένα κλαράκι που παράταιρο ξέμεινε στην άκρη του δέντρου μιας ζωής που σου έδωσαν χωρίς να την ζητήσεις.

Ένα κλαράκι που παράταιρο ξέμεινε στην βαρυχειμωνιά ενός αδιάφορου Δεκέμβρη.

Σε προστατεύω γιατί νιώθω την ανάγκη σου. Νιώθω την ανάγκη σου να χαθείς μέσα στην αγκαλιά μου. Έστω για λίγο..

Πάντα οι μεγάλες στιγμές λίγο κρατούν μωρό μου.

Κρατούν για λίγο, και μένουν αιώνια.

Στην θύμηση, στο μυαλό, στην καρδιά, στο σώμα, στο δέρμα.. σαν άρωμα, σαν εικόνες, σαν σκέψεις, σαν ήχοι..

Σε προστατεύω και σε φιλώ ξανά και ξανά στον λαιμό. Άλλες φορές απαλά, και άλλες δαγκώνοντας τον και αφήνοντας σημάδια..

Δικά μου σημάδια!

Τα δικά μου σημάδια. Εκείνα που σαν σε βλέπουν και σε ρωτούν η μόνη απάντηση που θα μπορείς να δώσεις (χωρίς να χρειάζεται καν να μιλήσεις) είναι το «ανήκω κάπου».

Δικά μου σημάδια.

Δικά μου.

Δικά μου όπως εσύ.

Απόψε.

Τώρα.

Αυτήν την στιγμή που μιλάμε και για όσο θα είσαι πάνω στο δικό μου κρεβάτι, για όση ώρα θα φιλάς απαλά τα χέρια μου και θα χάνεσαι μέσα στην αγκαλιά μου, για ΑΥΤΗΝ και μόνο την στιγμή –ούτε πριν, ούτε μετά– είσαι δικιά μου.

ΔΙΚΙΑ ΜΟΥ.

Και αυτό δεν μπορεί να μας το πάρει κανείς.

Είσαι δικιά μου.

Είναι η «δικιά μας» στιγμή.

Σε εμένα ανήκεις.

– Το κατάλαβες;

– Μάλιστα κύριε.

One thought on “Η γυναίκα πάνω στο κρεβάτι μου.

Σχόλια:

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s