Με πρόδωσες.

Όχι άλλα ψέματα μωρό μου.

Βαρέθηκα, κουράστηκα, προδόθηκα.

Έμεινα μισός.

Όχι από κάποιον «φίλο» ή γνωστό (δεκάρα δεν θα έδινα).

Έμεινα μισός από εσένα.

Εσύ με πρόδωσες.

Εσύ.

Εσύ που μου έλεγες κοίτα με στα μάτια για να βρεις την αλήθεια. Και εγώ ο βλάκας κοιτούσα. Κοιτούσα και έλεγα δεν μπορεί, αλήθεια είναι. Τα λόγια της είναι η μόνη, η πραγματική αλήθεια. Τα λόγια της είναι εκείνο το μεγάλο καράβι που μαζί του σε παίρνει στα ανοιχτά. Με ένα σκαρί γερό να ακουμπήσω πάνω του όλες μου τις θάλασσες. Όλες εκείνες τις φορές που πάντα πίστευα πως δεν πρέπει να μακραίνεις από το λιμάνι.

Με πρόδωσες.

Και τα κύματα ήρθαν, και οι φουρτούνες με πρόλαβαν. Σε κοιτούσα στα μάτια και στα μάτια σου πια έβλεπα ένα κενό μέλλον, μια σελίδα λευκή, έβλεπα να καθρεπτίζονται τα κύματα στα μάτια σου και ξωπίσω μου να χτυπούν.

Με πρόδωσες.

Με πρόδωσες εσύ και το «γερό» σκαρί σου. Με άφησες μεσοπέλαγα να πνίγομαι ενώ μπορούσες να με σύρεις στα ρηχά. Μπορούσες να με σώσεις όταν ένιωσες πως ήμουν δικός σου, αλλά δεν το έκανες.

Με σκότωσες.

Με εκείνο το βλέμμα σου, με σκότωσες.

Τόσο αδύναμο, τόσο καχεκτικό, τόσο ανήμπορο να κουβαλήσει απάνω του όλα εκείνα που μου χάρισες.

Τα πέταξες.

Σαν τα ποντίκια που πηδούν να σωθούν.

Έτσι τα πέταξες.

Σαν να μην είχαν καθόλου αξία τους έδωκες μια και τα βούλιαξες. Αναμνήσεις, συναισθήματα, στιγμές, λύπες και χαρές, ζωές… ζωές μωρό μου ολάκερες σε μια στιγμή, τις πέταξες.

Και ύστερα με κοίταξες.

Και ύστερα με κοίταξες και το τελευταίο φιλί Ιούδα μου έδωσες.

Εκεί λίγο πλάγια, ίσα να ακουμπά στα χείλη και εγώ ανήμπορος να διαχειριστώ τα κύματα, το γέρικο κορμί πέταξα από πάνω μου. Το άφησα να χαθεί μέσα στην φουρτούνα. Γύρισα σε κοίταξα μα δεν υπήρχες πια, είχες ήδη φύγει.

Με προσπέρασες.

Με πρόδωσες.

Με γέλασες.

Σου πήρε βαριά δυο μερόνυχτα και με ξεπέρασες.

Φόρεσες ξανά τα όμορφα ρούχα σου, εκείνο το ψεύτικο χαμόγελο και σε νέες αγκαλιές λόγια ψεύτικα κέρασες.

– Καλησπέρα! Με λένε Νίκο, πως και μόνη απόψε;

– Καλησπέρα Νίκο, είμαι η Μαρία.

– Μπορώ να κεράσω ένα ποτό;

– Γιατί όχι, κάθισε.

– Έχεις υπέροχο βλέμμα!

– Σε ευχαριστώ!

2 thoughts on “Με πρόδωσες.

Σχόλια:

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s