Εγώ και εσύ.

Καθισμένος στην πολυθρόνα με ένα τσιγάρο στο χέρι χαϊδεύω με τα δυο δάχτυλα μου τον πάγο από το ουίσκι. Σε έχω απέναντι μα δεν θέλω να πλησιάσω. Θέλω μόνο να σε χαζεύω. Θέλω να μην μιλάς. Φθάνουν τα λόγια μωρό μου απόψε. Είμαι πολύ κουρασμένος για να σκεφθώ το οτιδήποτε. Κλείνω τα μάτια και το άρωμα σου ποτίζει όλες τις αισθήσεις μου. Διάολε.. όσο και να θέλω να φύγεις μακριά μου άλλο τόσο σαν εθισμένος σε ζητώ.. σαν ένας ναρκομανής που θέλει να πάρει την δόση του. Είσαι σαν το τελευταίο τσιγάρο, σαν εκείνη την πρωινή ώρα λίγο πριν το ξημέρωμα, είσαι το χάραμα της σκοτεινής μου ψυχής, τα «θέλω» που χάθηκαν και τυχαία τα αντάμωσα λίγο πριν το αδιέξοδο, είσαι το χρώμα στην ασπρόμαυρη μου ζωή. Κλείνω τα μάτια και σε μυρίζω, κατεβάζω μια γερή γουλιά από το ουίσκι μου και ρουφώ το τσιγάρο δυνατά. Νιώθω τον ήχο που κάνει το κρεβάτι σαν σηκώνεσαι και πλησιάζεις. Ένα βήμα, ένα δεύτερο, ένα τρίτο. Μυρίζω την ανάσα σου, υγρή πάνω στα χείλη μου..

– Τι θες;

– Ξέρεις..

Το αριστερό μου χέρι πιάνει ολάκερο τον λαιμό σου.. διάολε.. τόσο εύθραυστη.. σε γραπώνω και σε φέρνω κοντά μου.

– Τι διάολο θες;

– Ξέρεις..

Νιώθω τα χείλη σου να αγγίζουν τα δικά μου. Η ανάσα μου βρωμά καπνό και ουίσκι. Χώνω την γλώσσα μου βαθιά μέσα στο στόμα σου και σε κολλάω πάνω μου.

– Το ξέρεις πως αυτό δεν οδηγεί πουθενά..

– Το ξέρω.

Αφήνω το τσιγάρο στο τασάκι και πίνω μονοκοπανιά το υπόλοιπο ουίσκι. Πιάνω το μικρό πρόσωπο σου με τα δυο μου χέρια και σε φιλώ σαν λυσσασμένος. Σαν κάποιος που δεν έχει ξαναφιλήσει ποτέ στην ζωή του. Σαν κάποιος που ήταν φυλακισμένος και το έσκασε μόνο και μόνο για να σου δώσει το τελευταίο φιλί. Μυρίζεις υπέροχα. Χάνω την αίσθηση του χρόνου. Ακούω την ανάσα σου να γίνεται όλο και πιο βαριά, τα χέρια σου να χαϊδεύουν με ακανόνιστες κινήσεις τα μαλλιά μου, να τα κατεβάζεις αργά στο πρόσωπο μου, να τρίβεσαι πάνω στα γένια μου, κατακόκκινη να γίνεσαι και να κολλάς όλο και περισσότερο πάνω μου. Γραπώνω τα μαλλιά σου και τα τραβώ προς τα πίσω. Απόψε είσαι δικιά μου. Απόψε δεν θα είναι ο «κύριος» καλός μαζί σου. Είσαι τόσο μικροκαμωμένη στα χέρια μου που κανονικά θα έπρεπε να προσέχω. Να προσέχω μην σου αφήσω σημάδια από τα δάχτυλα μου στον λαιμό σου, σημάδια στο πρόσωπο από τα χαστούκια μου, σημάδια στην πλάτη όταν σαν τρελός θα κόβω κομμάτια από την σάρκα σου.

– Φίλα με, μην σταματάς, φίλα με…

Ξέρεις  πως δεν μου αρέσει να φιλώ και αυτό για σένα είναι το «βραβείο» σου. Πιστεύεις πως εσύ είσαι η ξεχωριστή κι όσο και αν λέω πως είσαι και εσύ σαν τις άλλες από μέσα σου γελάς. Ηλίθια που είσαι, νομίζεις πως με ξέρεις αλλά δεν ξέρεις τίποτα.

– Φίλα με! Μην σταματάς! Φίλα με!!!

Σε γυρίζω μπρούμυτα. Έχω πιάσει τα μαλλιά σου τόσο σφιχτά που θαρρείς θα ξεκολλήσουν από το κεφάλι. Μακριά όμορφα μαλλιά. Μυρίζουν καύλα και γαμήσι. Στο χέρι τα μαλλιά και ο αγκώνας μου στην πλάτη σου. Μου αρέσει όταν γίνεσαι υπάκουη. Όταν ξέρεις πότε πρέπει να σιωπήσεις. Δεν θέλω να σε φιλήσω άλλο. Έχω μια ανάγκη να μπω μέσα σου. Έχω αυτήν την πρωτόγονη ανάγκη να σε νιώσω πόσο μούσκεμα είσαι. Την νιώθω την καύλα σου. Στάζεις ολόκληρη.. Το απλό μαύρο εσώρουχο σου είναι τόσο υγρό που δεν θέλω καν να το βγάλεις. Το παραμερίζω. Θέλω να το νιώθω όπως μπαίνω μέσα σου. Διάολε. Κάποια πράγματα στην ζωή είναι σαν ναρκωτικό. Μπαίνω αργά μέσα σου, θεόσκληρος. Μόνο θεόσκληρος μαζί σου. Είναι η καύλα του μυαλού μικρή μου, από εκεί ξεκινούν όλα. Το ξέρεις. Στο έχω ξαναπεί. Είναι θεόσκληρος από την στιγμή που σε έχω απέναντι μου. Είναι μια αντίστροφη μέτρηση μέχρι να χωθώ μέσα σου, μέχρι να γίνουμε ένα και «χαθούμε» λίγο από τα στενά όρια της λογικής και της συνήθειας. Τα γαμήσια μας πάντα θα είναι μικρές χαραμάδες στον χωροχρόνο, μαύρες τρύπες του διαστήματος, φωτιά μέσα στη θάλασσα, ουρλιαχτά στην πιο απόκοσμη σιωπή, φως στο απέραντο σκοτάδι. Χώνω το καυλί μου μέσα σου και νιώθω να στάζεις πάνω του. Μπαίνω δυνατά. Δυνατά και γρήγορα. Ο ήχος από την φωνή σου με κάνει να μην θέλω να τελειώσω ποτέ. Είσαι στα τέσσερα. Τα χέρια απλωμένα μπροστά κρατούν ένα μαξιλάρι και αυτός ο θεσπέσιος κώλος είναι όλος δικός μου. Τον φτύνω. Τον φτύνω, τον δαγκώνω και τον σαλιώνω σαν τρελός. Βγάζω αργά το καυλί μου και αρχίζω να τρίβω το πουτσοκέφαλο μου πάνω του. Σε ακούω να βογκάς από καύλα και μπαίνω αργά. Αργά και βασανιστικά. Με το ζόρι κρατιέμαι να μην τελειώσω. Μου λες «σιγά, σιγά» και για να ηρεμήσω την καύλα μου πιάνω το πρόσωπο σου με το δεξί μου χέρι. Το πιάνω τόσο δυνατά που θέλω να το σπάσω. Χώνω τα δυο δάχτυλα μέσα στο στόμα και όλο το σαγόνι σου είναι στο χέρι μου. Σε κρατώ από το σαγόνι και σε χαστουκίζω με δύναμη. Ξανά και ξανά. Δαγκώνω την πλάτη σου, τον λαιμό σου και σε χαστουκίζω πάλι. Ξανά και ξανά. Το μόνο που ακούω είναι η βαριά ανάσα σου. Το μόνο που ακούω είναι η καύλα σου. Σαν ένα άγριο ζώο, σαν ένα ζώο νηστικό και κοκκαλιασμένο πέφτω πάνω σου και σε κατασπαράζω. Η μυρουδιά σου μεθυστική. Το άρωμα σου μπλεγμένο με τον ιδρώτα είναι ο λόγος που ζω και ανασαίνω εκείνη την στιγμή. Δεν σε χορταίνω. Δεν μπορεί να αντέξει το μυαλό την καύλα σου. Σε χαστουκίζω πάλι. Ξανά και ξανά.. και ύστερα χαϊδεύω απαλά τα κοκκινισμένα μάγουλα σου. Ξέρω, αύριο θα είμαστε γεμάτοι σημάδια. Αλλά αυτός δεν είναι ο ορισμός του απόλυτου μωρό μου; Πως θα μπορούσες να ορίσεις το απόλυτο αν στο διάβα του δεν άφηνε σημάδια. Πως θα μπορούσες να πεις πως έζησες αν την επόμενη μέρα όλο σου το κορμί δεν αναζητούσε τα φιλιά μου πάνω στις πληγές. Τα δυο δάχτυλα μου μπαίνουν βαθιά μέσα στο στόμα σου. Στην αρχή τα δαγκώνεις.. τα βγάζω αργά και σε χαϊδεύω απαλά. Φιλάς τις φλέβες στο χέρι μου και εγώ τα ξαναχώνω πάλι μέσα.. τα γλείφεις ευλαβικά.. νιώθω τα χείλη σου πάνω στα δυο μου δάχτυλα καθώς τα βάζω όλο και πιο μέσα στο στόμα σου. Πιάνω το καυλί μου και το πιέζω αργά μέσα σου. Είναι όλος μέσα. Αργές κινήσεις στην αρχή και μετά πιο γρήγορα. Πιο γρήγορα και πιο δυνατά. Είναι τόσο σκληρός. Και εσύ δεν θέλεις να σταματήσει να μπαίνει μέσα σου. Και όλη αυτή η καύλα δεν σταματά με τίποτα. Σε χαστουκίζω τόσο δυνατά που βλέπω την παλάμη μου ανάγλυφη πάνω στον υπέροχα στημένο κώλο σου. Και εσύ εκεί. Να πηδάς το καυλί μου γρήγορα και δυνατά.

«Πιο γρήγορα, πιο δυνατά καριόλα μου.. θέλω να χύσεις πάνω στο καυλί μου» σου ψιθυρίζω στο αυτί και νιώθω να τρέμεις..

«θέλω να σε νιώθω να τον χύνεις..»

Διάολε… πάντα με τρελαίνει όταν χύνεις πάνω στο καυλί μου.

Έκατσα στην πολυθρόνα και άνοιξα τα πόδια. Άναψα τσιγάρο και έβαλα δύο δάχτυλα ουίσκι. Ήρθες ανάμεσα μου. Με κοίταξες. Ήσουν αναμαλλιασμένη, ιδρωμένη, και μύριζες υπέροχη καύλα. Σου χαμογέλασα. Τράβηξα μια τζούρα και το βλέμμα μου έπεσε στα φώτα από το παλιό λιμάνι. Πολύχρωμες επιγραφές μαγαζιών από νέον μαζί με τα κίτρινα φώτα των υγρών πλακόστρωτων δρόμων. Η γλώσσα σου δρόσισε το πουτσοκέφαλο μου και ανάσαινα βαθιά καθώς προσπαθούσες να τον πάρεις ολόκληρο μέσα στο στοματάκι σου. Έχυσα τόσο δυνατά που έβλεπα τα χύσια μου να στάζουν από το στόμα πάνω στις ερεθισμένες ρώγες σου. Ρώγες σκληρές, μεγάλες.. τις κοιτούσα και ήταν σαν να σου ζητούσαν προκλητικά να τις δαγκώνεις και να τις σαλιώνεις ατελείωτα.. Έσκυψα και σου έδωσα ένα φιλί στο μάγουλο και μια τζούρα από το τσιγάρο.

«Όμορφη βραδιά μικρή μου απόψε..»

Με κοίταξες και χαμογέλασες. Ύστερα πήρες το ουίσκι από τα χέρια μου και ήπιες μια γουλιά. Τελειώσαμε το τσιγάρο και σηκώθηκες να πλυθείς. Οι επιγραφές των μαγαζιών από νέον αναβόσβηναν και τα κιτρινισμένα φώτα από τους υγρούς πλακόστρωτους δρόμους στο παλιό λιμάνι έδειχναν τον δρόμο της επιστροφής.

One thought on “Εγώ και εσύ.

Σχόλια:

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s