Ο τελευταίος χορός.

Χτύπα τα πόδια δυνατά χάμω στην Γη και χόρεψε, χόρεψε να ακουστείς στων απέραντων, χόρεψε να ακουστείς πέρα και από κει που τα μάτια ορίζουν τα σύνορα.

Χτύπησε τα πόδια δυνατά στην Γη και χόρεψε, χόρεψε περνούν.. περνούν ψυχή μου ομπρός σου όλα τα άσχημα, και πιάνονται από τα χέρια και γίνεστε «ένα», σήκω και χόρεψε για να σκοτώσεις τον πόνο, για να σκοτώσεις εκείνον τον χρόνο τον αλήτη που δεν σε ρωτάει και όλο περνά, περνά, περνά.. και κείνος πρώτος στον χορό και σε τραβά μπροστά,

Σήκω ψηλά!

Σήκωσε ψηλά τα πόδια σου, χτύπα τα χάμω στην Γη και χόρεψε και άσε τον να σε πάρει να σε τρέξει μακριά, είναι ο χρόνος, είναι ο χρόνος που δεν σταματά ποτέ, ποτέ να μετρά, ποτέ να χορεύει,

Είναι ο ΧΡΟΝΟΣ.. και κράτα του το χέρι γερά αν θέλεις να ζήσεις, και κλούθα τον!

Και κλούθα τον και σαν ξαποστάσει πέρνα μπροστά, πέρνα μπροστά και χόρεψε!

Χόρεψε και γέλα!

Γέλα στην ζωή, γέλα στον θάνατο, γέλα σε όλα εκείνα που ήρθαν και σε όλα εκείνα που ποτέ δεν τόλμησαν να ΄ρθούν.

Είσαι ένας άνθρωπος, είσαι μοναδικός, είσαι η αρχή και το τέλος του μικρόκοσμου σου, και αν τα παντζούρια καμιά φορά ανοίγεις και βλέπεις μπρος σου την μοναξιά μην τα ξανά κλείνεις βγες στο μπαλκόνι και ΓΕΛΑ, γέλα ψυχή μου, γέλα και κοίτα τον χρόνο..

Κοίτα τον χρόνο πως πέφτει, πως περνά γρήγορα για να βγουν τα αστέρια, κοίτα τον χρόνο, κοίτα τα αστέρια, κοίτα ετούτη την βραδιά που οι θύμισες θάλασσες μυρίζουν, κοίτα ετούτη την βραδιά που οι θύμισες αλλοτινές νεράιδες ξορκίζουν με ένα φθηνό ουίσκι και λόγια γαμψά, ξορκίζουν μια ζωή.. Ξορκίζουν μια ζωή ψυχή μου..

Κοίτα τις θύμισες, και μαζί τους χόρεψε ψυχή μου μ’ ακούς, μαζί τους χόρεψε..

Πιάσ΄τες αγκαλιά και πέτα τες ψηλά! Φέρ΄τες ξανά στα χέρια και χαμογέλα, είναι και οι θύμισες, (όμορφες ή άσχημες μικρή σημασία έχει) είναι και οι θύμισες, κομμάτια της ζωής, κομμάτια του εαυτού σου..

Πιάσε τις θύμισες ψηλά πέταξε τες και γέλα. Γέλα γιατί ο χρόνος μπροστά ακόμα στέκει, κοίτα τον πως περνά και γυρνοβολιές σου κάμει και μετρά, και χορεύει από δεξιά προς αριστερά και άλλοτε, άλλοτε τους δείκτες γυρίζει και ο χρόνος σταματά. Και νιώθεις τότε, και νιώθεις τότε παρείσακτος εκείνη την στιγμή, παρείσακτος και κοκαλωμένος.

Όλοι γύρω σου χορεύουν, γελούν, πετούν.. Νεράιδες, Πρίγκιπες, Ξωτικά.. Άνθρωποι μισητοί και άνθρωποι που λάτρεψες..

Και εσύ στέκεις εκεί γιατί ο χρόνος ΣΤΑΜΑΤΗΣΕ.

Η μουσική ΣΤΑΜΑΤΗΣΕ.

Η ψυχή ΣΤΑΜΑΤΗΣΕ.

Και μένεις εκεί και στέκεις και κοιτάς. Κοιτάς τον καθρέπτη απέναντι. Δεν είναι ραγισμένος, εσύ είσαι! Δεν είσαι νέος, μεγάλωσες.. Ο χρόνος τον πέρασε σβούρες 47.. και τα άσπρα σου μαλλιά και οι ρυτίδες, ψυχή μου φώτισαν το πιο όμορφο σου παραμύθι. Γύρω από εσένα το μόνο που υπάρχει είσαι εσύ. Εσύ ο κοκαλωμένος πρίγκιπας του δικού σου παραμυθιού. Και αν ακόμα αντέχεις, αν ακόμα πατάς στα πόδια σου, είναι γιατί η ψυχή σου βαστά. Έχεις μια δύναμη ψυχής που ούτε ο ίδιος ακόμα δεν μπορείς να ελέγξεις.. ούτε ο ίδιος πολλές φορές δεν μπορείς να καταλάβεις..

και στο ΛΕΩ..

Όταν όλα θα σου μοιάζουν σκατά προχώρα και χόρεψε!

Χόρεψε ξανά και ξανά τον ίδιο ρυθμό. Ώσπου όλοι κουραστούν και να πέσουν, ώσπου οι θύμισες οι παλιές, να λιποθυμήσουν τ΄ανάσκελο δίπλα σου και να ψοφήσουν..

Χόρεψε και χόρεψε ξανά. Ώσπου ο χρόνος το χέρι να μην σου σφίγγει πια τόσο δυνατά, ίσα ίσα να σε κρατά και να αγκομαχάς και να στέκεις.. και εκείνος ακούραστος, ακατάπαυστος, αγέραστος και αγέλαστος.. χωρίς ίχνος συναίσθημα να χορεύει μηχανικά.

Δυο ψηλά και τρία χτυπήματα στο χώμα,

Σήκω και χόρεψε ξανά ώσπου το χέρι του να μην αντέχεις άλλο και να θες να το αφήσεις, και να ξέρεις πως δεν θα λυπηθεί τούτος μωρέ! Δεν θα λυπηθεί, μονάχο θα σε αφήσει να ξαπλώσεις και εσύ.. Μαζί με τις θύμισες τις παλιές, τις κουρασμένες πριγκίπισες και εκείνες τις νεράιδες που αγάπησες μονάχα τις νύχτες. Και τ΄ανάσκελο θα ανάψεις το πιο ποθητό τσιγάρο, εκείνο που κρατούσες σαν κόρη οφθαλμού μέσα από το πέτο για αυτήν την περίσταση. Για εκείνον τον χορό πριν το τέλος.. και τρεις τζούρες μωρέ ακόμα, και τρεις τζούρες.. Και θα το ανάψεις και τρεις τζούρες θα το κάμεις όσο και αν δεν θέλεις να τελειώσει. Και ένα χαμόγελο θα ζωγραφίσεις σαν εκείνα που ζωγράφιζες σαν ήσουν παιδί.. που ποτέ δεν κατάφερες την μουτζούρα να την κάμεις όμορφη ζωγραφιά.

Ένα τέτοιο χαμόγελο θα ζωγραφίσεις και θα κοιτάξεις ψηλά. Θα κοιτάξεις ψηλά και θα δεις τον χρόνο να σε προσπερνά, τρεις ψηλά και δυο στο χώμα, τέσσερις δεξιά και τρεις αριστερά, δυο βήματα μπροστά και τρία πίσω,

Είναι ο χρόνος δικέ μου, αυτός ο ακατάπαυστος, αυτός ο αμείλικτος μετρητής της ζωής σου.

Και όταν περάσει μια τελευταία σβουριά από δίπλα σου να του γελάσεις, και εκείνος στον ώμο θα σε χτυπήσει και θα σου κλείσει τα μάτια. Όπως κλείνουν σε όλους εκείνους τους ωραίους τύπους που μας άφηκαν νωρίς.

Και τότε θα δεις όλου τους αγαπημένους σου να χορεύουν γύρω σου..

Δίχως σκυθρωπά πρόσωπα θα περνούν από δίπλα σου και θα σου χαμογελούν, ο πιο αγαπημένος σου είναι εκείνος που θα σου πάρει το τσιγάρο από το στόμα, θα το σβήσει στο χώμα και θα σε φιλήσει σταυρωτά. Θα σου κλείσει τα μάτια και θα σου ψιθυρίσει

«καλό κατευόδιο»,

Καλό κατευόδιο στα όμορφα και τα ωραία. Είναι η ζωή δικέ μου μια μεγάλη ανάμνηση.

Θα σε θυμούνται, να τους θυμάσαι και εσύ.

Σχόλια:

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s