Η παραλία.

Απλώνεις την πετσέτα δίπλα από τις ξαπλώστρες για να μην πληρώσεις, βάζεις και το βιβλίο προσφορά από την Κυριακάτικη για ηλιοπροστασία,

Άρχοντας!

Σε λίγο θα περάσει ο πλανόδιος με τον λουκουμά, κάνε μια βουτιά πριν έρθει μην σε βρούνε στον πάτο, από λουκουμά θα λένε πήγε ο πούστης!

Έρχονται και σου κρύβουν τον ήλιο μια χοντρή κυρία με τα δυο της παιδιά.. Κουβαδάκια, φτυαράκια, τσουγκρανίτσες για κάστρα στην άμμο 5€ από το JUMBO..

Συνειρμός,

Αθερίνα αθερίνα, όξω πούστη Μπίγαλη μου γκρέμισες τα μουσικά νιάτα μου, με εσένα μεγάλωσα! Με πρόδωσες για λίγα ευρώ και μια ετήσια κάρτα μέλους στα JUMBO..

Έτσι είναι η ζωή..

«Πήγαινε γαμημένο πιο κει να παίξεις μου γεμίζεις άμμο την σαγιονάρα μου!»

Γαμημένα παιδιά!

Ήθελα να ήξερα γιατί παντρεύεστε, γιατί διαιωνίζετε το γένος.. μια γενιά που πιο κάτω δεν πάει.. κάθε πέρσι και καλύτερα..

Θα πάω να βουτήξω.

Ζεστό νερό από το κάτουρο, ένα τζετ σκι κάνει άλμα πάνω από το κεφάλι μου, ο σερβιτόρος μου χρεώνει την πετσέτα!

«Δικιά μου είναι ρε μαλάκα!!», του φωνάζω καθώς το βλέμμα της χοντρής κυρίας με κοιτά απαξιωτικά..

«Όλυμπεεε, Κύσσαβεεεεε ελάτε πιο δω!!»

Ακούω καλά? Έχει ονομάσει τα παιδιά της βουνά?

«Το κάνουν αυτό οι Αλβανοί…», μου ψιθύρισε μια γριά κοντά στα 70…

Βγαίνω τρέχοντας να προλάβω τον σερβιτόρο που μάζευε την πετσέτα μου..

«Θα πάρετε τίποτα κύριε?», με ρώτησε και η μύτη του κοιτούσε ψηλά.

«Για αρχή την πετσέτα μου κύριε..», του απάντησα με ένα ειρωνικό ύφος η αλήθεια είναι καθώς ο Όλυμπος τραβούσε από το χέρι την χοντρή κυρία για να του πάρει λουκουμά..

«Μαμά μαμά! Λουκουμά! Λουκουμά!»

Άπλωσα την πετσέτα μου ξανά και πήρα τον πιο αφράτο λουκουμά τελευταία στιγμή από τα χέρια του Ολύμπου..

Ρωτάω τον Λουκουματζή

–  Πόσο έχει?

– Φράγκα 7! Αφού τον θέλεις πάρτον..

Ήμουν ευτυχισμένος..

Η ζάχαρη από τον λουκουμά κολλούσε στα γένια μου ενώ έριχνα κλεφτές ματιές στον Όλυμπο που ήταν σε απόσταση αναπνοής και του έτρεχαν τα σάλια.. έκοψα ένα και του το πέταξα με τρόπο.. είχε φάει τον δικό του λουκουμά, του αδερφού του και μισό ντόνατ της μάνας του.. για μια στιγμή μου θύμισε τον εαυτό μου παιδί.. τότε που μας έπαιρνε η μάνα με τις ώρες και καθόμασταν στην παραλία..

Άλλαξε ο τόπος δικέ μου.. ίδια μέρη, άλλοι άνθρωποι.. Μόνο το τοπίο μοιάζει να μετρά τα χρόνια από πάνω μας.. το τοπίο και δυο τρεις μαύροι κύκλοι κάτω από τα μάτια, πέντε – έξι  απουσίες και δυο κουρασμένα χέρια που σε αγκαλιάζουν ακόμα..

Πέρασαν τα χρόνια δικέ μου.. άλλαξαν τα αρώματα, κείνη η μυρουδιά από καρπούζι και αντηλιακό, τα μπολάκια της μαμάς στην θάλασσα και τα γέλια των φίλων στις σκουριασμένες κούνιες.. τα γέλια, η χαρά, η ανεμελιά, το φως, η αγάπη, τότε που οι γονείς σου ήταν νέοι και εσύ ένα μικρό σκατό..

Όλα τριγύρω αλλάζουν.. μόνο τα τζιτζίκια έμειναν να σου τραγουδούν σκοπούς αλλοτινούς..

Κάποτε όλα θα τελειώσουν, είναι τόσο μικρή η ζωή που στο τέλος θα θυμίζει ένα όμορφο καλοκαίρι, έναν λουκουμά και δυο χαμόγελα αθώα στην άμμο.

Αν αγαπάς κάποιον και τον έχεις ακόμα δίπλα σου φρόντισε να του το λες κάθε μέρα.. πίστεψε με δεν θα κουραστεί ποτέ να σε ακούει.

Σχόλια:

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s