Ένα παρατημένο σκυλάδικο στην εθνική οδό.

Περίεργες μέρες,

σιωπούν σαν παρατημένα σκυλάδικα στην Εθνική οδό, Τετάρτη βράδυ, στο αυτοσχέδιο πάρκινγκ η άνοιξη γέμισε την σκασμένη άσφαλτο με κίτρινες βρούβες, μια ταμπέλα που κρέμασε από του καιρού το άφημα, στρίβω δεξιά και ανάβω ένα τσιγάρο..

Κάθομαι μπροστά από την σφαλισμένη πόρτα και το ψυχρό αεράκι που φέρνει το δάσος ξοπίσω αν κλείσεις τα μάτια θαρρείς πως κουβαλά πάνω του νότες.. γέλια, βουή και σφυρίγματα.. χειροκροτήματα και βαβούρα.. κόρνες, φωνές και αντρίκιες άναρθρες κραυγές.. αγκαλιές και βλέμματα, πάθος.. πάθος, καημό και λατρεία…

Κλείνω τα μάτια και ρουφώ μια βαθιά τζούρα, απόψε νιώθω κουρασμένος για να κάμω το οτιδήποτε..

Κάθομαι στο πλατύσκαλο της σφαλισμένης πόρτας και βγάζω από την εσωτερική τσέπη του μπουφάν λίγο ουίσκι.. μου αρέσει αυτή η απόκοσμη σιωπή. Τα αυτοκίνητα περνούν τόσο γρήγορα που δεν προλαβαίνεις καν να δεις τις φιγούρες που βρίσκονται μέσα σε αυτά.. ψυχές τοποθετημένες με ζώνη ασφαλείας κοιτάζουν μπροστά.. Τα ζώα του δάσους κάμουν περίεργους ήχους λες και διαισθάνονται την παρουσία ενός εισβολέα, και εκεί στο πλατύσκαλο ακουμπώ το φλασκί με το ουίσκι και το πακέτο με τα τσιγάρα.

Δυο κόσμοι ενώνονται εδώ, μπροστά μου ο κόσμος των ανθρώπων και η

ρουτίνα του και πίσω μου ο κόσμος των ζώων και η ημιάγρια σχεδόν αστική πια ζωή τους.

Ένα τσιγάρο ακόμα και μια γουλιά γερή αδειάζει το υπόλοιπο ουίσκι μου.

Κλείνω τα μάτια και σαν να ακούω ένα θλιμμένο μπουζούκι να κουρδίζει την μοναχική ζωή του..

Κρατώ την ανάσα μου και προσπαθώ να κάμω ησυχία, μην με καταλάβει, μην με καταλάβει διάολε και σταματήσει να παίζει.

Μια νότα, μια δεύτερη, μια τρίτη..

και όλο και πιο δυνατά, όλο και πιο γρήγορα..

δεν χρειάζεται να κρατώ την ανάσα μου άλλο, μπορώ να το ακούσω καθαρά..

Μια νότα, μια δεύτερη, μια τρίτη..

Χαμογελάω μόνος.. τι τύχη!

Μια νότα, μια δεύτερη, μια τρίτη..

Αρχίζω και σιγοψιθυρίζω μαζί του τον σκοπό..

Τα αυτοκίνητα μπροστά μου κινούνται με μέση ταχύτητα 120km/h και οι δεμένες ψυχές δεν έριξαν ούτε μισή ματιά στην κρεμασμένη ταμπέλα.. Τα ζώα του δάσους μόλις άκουσαν το μπουζούκι σιώπησαν και αυτά, και εγώ με αγωνία ψάχνω το πακέτο για άλλο ένα τσιγάρο..

Είναι κάποιες βραδιές που η ευτυχία αποτελείται από ένα κίτρινο μπουκέτο βρούβες και τρεις νότες από ένα καλοκουρδισμένο μπουζούκι.

Στης ζωής το περιθώριο, στα όρια της πόλης, στην σιωπή μια ανοιξιάτικης νύχτας..

Ο Θάνατος φιλιώνει με την ζωή και κάθονται αντίκρυ, άσπονδοι φίλοι, εκεχειρίας συμφωνία για τρεις νότες από ένα καλοκουρδισμένο μπουζούκι.

Λίγο αργότερα ένας κρότος διέκοψε απότομα το καλοκουρδισμένο μπουζούκι, τα ζώα του δάσους άρχισαν να φωνάζουν ξανά δυνατά και ο Θάνατος έσβησε γρήγορα το τσιγάρο του και σηκώθηκε από το πλατύσκαλο..

Πιο χάμω φωνές..

Ουρλιαχτά και κλάματα..

Καπνός, φωτιά και πυρωμένες φλόγες που σαν πύρινες γλώσσες έγλειφαν το εσωτερικό τσιμεντένιο τοίχωμα της γέφυρας..

Φωτιές, κραυγές και κλάματα..

Δυο ψυχές ελεύθερες πετούσαν πάνω από τα κεφάλια τους χορεύοντας έναν περίεργο και απόκοσμο χορό..

Κάποιος τρελός πήδηξε για να τις φτάσει μπας και τις κρατήσει χάμου

μα εκείνες ζαλισμένες σηκωνόντουσαν όλο και ψηλότερα..

Είδα τον Θάνατο να τις μαζεύει γρήγορα μέσα σε ένα τσουβάλι και να εξαφανίζεται..

Είδα στα μάτια μου το μάταιο της ζωής και των ονείρων..

«Ποτέ σου να μην κάνεις όνειρα»

γύρισα και είπα στο καλοκουρδισμένο μπουζούκι

«Τα όνειρα τα περιφρονεί ο χάρος, μ’ ακους! Τα περιφρονεί!»

Χτύπησα την σφαλισμένη πόρτα με τα πόδια μου αλλά καμιά απάντηση.. «ΜΙΛΑ! ΜΙΛΑ ΜΟΥ!»

Καμιά απάντηση.

Έκατσα στο πλατύσκαλο και έκλαψα σαν μικρό παιδί, έκλαψα για κείνες τις ψυχές που χόρεψαν στερνά εκείνη την Τετάρτη το βράδυ.. και μόλις τα δάκρυα μου στέρεψαν η σφαλισμένη πόρτα άνοιξε.

Μια φωνή πίσω μου με παρότρυνε να σταματήσω να κλαίω και να κρατήσω τα μάτια μου κλειστά..

«Μην γυρίσεις!»

μου είπε..

Άκουσα το σύρσιμο μια φθηνής καρέκλας λίγα βήματα ξοπίσω μου.

Ένιωσα Την παρουσία του να κάθεται αργά, θαρρώ πως άκουσα την ανάσα του.

Σιωπή..

Μία νότα, δεύτερη νότα, τρίτη νότα, σιωπή.

Τα ζώα του δάσους σώπασαν, οι φωνές στον δρόμο εξαφανίστηκαν, οι φλόγες έσβησαν.

Μια νότα, μια δεύτερη νότα, μια τρίτη νότα, μια τέταρτη..

και πιο γρήγορα! και πιο δυνατά! και πιο δυνατά!

– Τραγούδησε μαζί μου, τραγούδησε για την ζωή!

– Και ο Θάνατος;

– Και ο Θάνατος είναι κομμάτι της ζωής, τραγούδησε μαζί μου την ζωή!

Σχόλια:

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s