Το ταξί έρχεται, πρέπει να φύγεις.

Αϋπνίες γαμημένες..

Κάπου ανάμεσα στο να βάλω ένα ποτό ακόμα και να βρω έναν τρόπο να την διώξω..

Μιλάει πολύ, νομίζει πως την θέλω..

Βαριέμαι μωρό μου, ξέρω πως δεν θα καταλάβεις αλλά με το ζόρι μου σηκώνεται..

Ας πούμε πως φταίει το πιοτό ή αυτά τα χρόνια που φόρτωσα στην πλάτη.. και εσύ μου κάθεσαι ξαπλωμένη ανάσκελα να χαζεύεις την ασχήμια μου.. μην με κοιτάς γυμνό, σβήσε το φως, ντρέπομαι.. έτσι θέλω να κάτσουμε στα σκοτάδια.. και σε παρακαλώ μην μιλάς.. μην μου μιλάς άλλο για το πως πέρασες την μέρα σου,

πεινάω, ένα τσιγάρο ακόμα, μια Μαρισούλα* περνά γρήγορα και τελευταία στιγμή γλυτώνει ένα κλωτσίδι δίχως λόγο,

Χαζογελάω..

– Γιατί γελάς;

– Τίποτα κάτι δικά μου

– Έλα πες!

– Θέλω να φύγεις..

σιωπή..

«το ταξί σε πέντε θα είναι εκεί κύριε!»

Κύριος εγώ;

– Ντύσου

σιωπή..

– Είσαι μεγάλος μαλάκας

σιωπή..

– Είναι η τελευταία φορά που τα λέμε να ξέρεις!

( σε λίγες μέρες πάλι εδώ θα είσαι)

«το ταξί σας έφτασε, κύριε»

Κύριος εγώ;

– Είναι από κάτω, ορίστε πάρε λεφτά για το ταξί..

– ΑΝΤΕ ΓΑΜΗΣΟΥ ΜΑΛΑΚΑ!!!

σιωπή..

Η Μαρισούλα ξαναπερνά ξυστά, αυτήν την φορά αν και τα αντανακλαστικά μου δεν είναι τα καλύτερα της χώνω ένα κλωτσίδι που την πιάνει στο πίσω δεξί πόδι..

Νιααααααααρρρρ

Χαζογελάω σαν χαζός..

Μήνυμα στο κινητό..

«τελειώσαμε..»

Διάολε..με χώρισε.

Η Μαρισούλα δεν μου μιλάει έχει ανέβει στα κάγκελα του μπαλκονιού και κοιτάζει το κενό..

Ανάβω ένα τσιγάρο και την πλησιάζω, απέναντι η γειτόνισσα με το καινούργιο της αμόρε τρώνε στην κουζίνα που είναι 2 Χ 3,

ένα πιάτο φασόλια μαυρομάτικα μαζί με πράσινη σαλάτα..

Κοίτα να δεις η πουτάνα σκέφτομαι κάνει διατροφή..

Η Μαρισούλα μου έχει γυρίσει την πλάτη και συνεχίζει να κοιτάζει στον ακάλυπτο..

– Έλα Μαρισούλα, συγνώμη που σε κλώτσησα, είχα νεύρα με χώρισε.

– Νιαααααρ

– Έλα Μαρισούλα πάμε μέσα θα σου βάλω από κείνα τα friskies με την γέμιση γαλοπούλας που σου αρέσουν.

– ΝΙΑΑΑΑΡ.

Ανένδοτη η Μαρισούλα κουνά αργά την ουρά της σαν ρολόι εκκρεμές και κάπου εκεί περιμένω ή να πέσει στο κενό ή να ακούσω τον κούκο να βγαίνει…

Το τσιγάρο μου έχει φθάσει στην μέση όταν η γειτόνισσα σηκώνεται και τραβά τις κουρτίνες

– Σιγά μωρή κοντέσσα!

Της φωνάζω και πετώ ένα κουτάκι μπύρας που είχε δυο γουλιές γεμάτες ακόμα.. Με το ζόρι φθάνει ως την μέση της απόστασης και μετά από ελεύθερη πτώση προσγειώνεται στο ελλενίτ των Πακιστανών.

– ΑΛΛΛΛΙ ΑΛΛΙ ΑΛΛΛΙ!

Άναρθρες κραυγές ακούγονται καθώς βγαίνουν έξω τρέχοντας αριστερά δεξιά μην μπορώντας να καταλάβω αν φωνάζουν τον ΑΛΙ τον δωδέκατο και τελευταίο μέλος της παρέας τους ή είναι κάποια δέηση προς τον Θεό, Αλλάχ, οτιδήποτε τέλος πάντων..

– Μαρισούλα μην πηδήξεις, θα σε φάνε τούτοι

της λέω με ήρεμο τόνο και βαθιά χροιά και την πλησιάζω λίγα βήματα ακόμα..

– Μαρισούλα μην πηδήξεις έκανα ένα λάθος, είσαι η μόνη μου παρηγοριά..

Εκείνη γύρισε με κοίταξε και κοντοστάθηκα.. θα είχαμε μια απόσταση μια χεριά και κάτι..

– Έλα κατέβα κάτω.. πάμε να σου βάλω να φας..

Δεν πρόλαβα να γυρίσω το βλέμμα μου προς το διαμέρισμα όταν την ένιωσα να πηδά..

1,2,3, ΜΠΑΜ

Γνώριμος αυτός ο ήχος του ελλενίτ..

Γύρισα προς το κάγκελο, περπάτησα τρία βήματα και κάτι απρόθυμα και κοίταξα κάτω..

Η Μαρισούλα είχε πέσει σαν διαστημόπλοιο που έκανε λάθος υπολογισμό και μπήκε με τροχιά θανάτου ξανά στην ατμόσφαιρα..

Είχε προσγειωθεί σαν βέλος στον λαχανόκηπο δίπλα από το δεύτερο παρτέρι με τις ντομάτες..

Ο κώλος της όπως μπορούσα να δω κάπνιζε ακόμα και τρεις Πακιστανοί προσπαθούσαν να την ξεκολλήσουν..

Ταράχθηκα.

Πήρα τον κουβά που είχα δίπλα από το λάστιχο και τον γέμισα ως την μέση.. Με απίστευτη ακρίβεια για τις μπύρες που είχα πιει σημάδεψα τον κώλο της και τα κεφάλια τους..

Ο κουβάς μου έφυγε τελείως από τα χέρια και προσγειώθηκε σαν τελειωτικό χτύπημα στον κώλο της Μαρισούλας.

ΟΧΙ ΡΕ ΠΟΥΣΤΗ!!!!

φώναξα και η Μαρισούλα από την μορφή ας το πούμε λάχανο που είχε μετά την πτώση τώρα έμοιαζε με καρότο.. μόνο η ουρά είχε μείνει έξω από το χώμα

– ΝΤΙΜΙΤΡΙ ΝΤΙΜΙΤΡΙ ΝΟ ΝΟ ΝΟ ΝΟ!!!  ΤΑ ΤΙ ΣΚΟΤΟΣΕΙΣ!

μου φώναζαν οι Πακιστανοί και όλοι μαζί κουνούσαν τα χέρια τους αποτρεπτικά ενώ προσπαθούσαν τραβώντας την από την ουρά να την ξεθάψουν..

– Τι κάνεις ρε μαλάκα εκεί;

Η γειτόνισσα είχε βγει στο μπαλκόνι με το καινούργιο της αμόρε και ήθελε να ανοίξουμε συζήτηση…

– ΝΤΙΜΙΤΡΙ ΝΤΙΜΙΤΡΙ ΟΚΙ ΟΚΙ ΟΚΙ ΑΛΛΟ!

Δεν καταλάβαινα και πολλά, το μόνο πράμα που είχα στο μυαλό μου είναι πως ο κώλος της Μαρισούλας ακόμα κάπνιζε και έπρεπε να τον σβήσω.. Πήρα την μάνικα και άνοιξα τέρμα την πίεση.. άρχισα να τους καταβρέχω, Ιανουάριος μήνας, οι Πακιστανοί έτρεχαν σαν ποντίκια από πλοίο που βουλιάζει μα ο κώλος της Μαρισούλας ακόμα κάπνιζε..

ΔΙΑΟΛΕ..

Η κατάσταση ήταν μπουρδέλο.. η Μαρισούλα φυτεμένη στον λαχανόκηπο, οι Πακιστανοί σε έκσταση και το αμόρε της γειτόνισσας έφαγε όλο το πιάτο με τα μαυρομάτικα.

 

* Μαρισούλα: Η καχεκτική και ατάιστη γάτα του Δεγαμινιώτη.

Σχόλια:

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s