Ένα μπουκάλι φίνο ρούμι.

Κάποιες φορές η σιωπή γίνεται η μόνη απάντηση.. Θα μπορούσες να πεις πολλά αλλά ο καθένας ακούει αυτά που θέλει.

Έχω αράξει στην καρέκλα μη μπορώντας να κουνηθώ.. Ένα κεφάλι που βρίσκεται σε μια περίεργη παραζάλη από αυτά που σου προκαλεί το αλκοόλ τις φορές που και εκείνο δεν το θέλεις δίπλα σου..

Υπάρχει ένα γαμημένο κενό μέσα μου.. Ένα κενό και μια κραυγή ενός παιδιού που την ακούει μόνο το δικό μου κεφάλι..

Κουράστηκα..

Θέλω να κάτσω εδώ.. Δεν θέλω να κάνω τίποτα. Θέλω μόνο να κοιτάζω την οθόνη του υπολογιστή και να πληκτρολογώ την γαμημένη μαυρίλα που νιώθω με λέξεις που όσο περίτεχνες και να ήταν δεν θα μπορούσαν να περιγράψουν το ΚΕΝΟ.

Αλίμονο σε αυτούς που ακόμα πιστεύουν πως κάπου εκεί έξω κάποιος τους νοιάζεται.. Αλιώτεψε ο κόσμος.. Αλιώτεψες και εσύ..

Εσύ, φιγούρα στο μυαλό που σε προσμένω να ΄ρθείς, κλαίω σαν παιδί μικρό τα βράδια που κορμιά ξένα παίρνουν την μορφή σου για λίγο.. για λίγο υποψήφιες πριγκίπισσες του δικού μου μικρόκοσμου..

Έξω απόψε έχει άπνοια, η Μαρισούλα γλείφει νωχελικά την κωλοτρυπίδα της και στο ψυγείο έχω 5 φέτες μαύρο ψωμί και λίγο βούτυρο.. στο τραπέζι της κουζίνας πεταμένοι λογαριασμοί και μια ευχητήρια κάρτα για καλές διακοπές.. Πέντε ποτήρια άπλυτα και μισό μπουκάλι ουίσκι από το καλό.. Το κρύβω κάθε φορά κάπου διαφορετικά για να μην το πίνω..

Είδα έναν άρρωστο σήμερα στο δρόμο.. Είχε άσπρες κάλτσες λευκές και πάνω από αυτές δυο επιδέσμους, περπατούσε με δυσκολία και ήταν βρώμικος.. Από πάνω του ένας ήλιος έκαιγε και αυτός παράταιρος συνέχιζε να περπάταει αργά.. Τον παρατηρούσα μην μπορώντας να πάρω το βλέμμα μου από πάνω του.. Έδειχνε σαν να το είχε σκάσει από κάποιο νοσοκομείο μα περπατούσε τόσο αργά, επίπονα, βασανιστικά.. Τα λιγδιασμένα μαλλιά του είχαν να κουρευτούν μήνες και έπεφταν περίεργα στο πρόσωπό του.. Άλλες φορές το έκρυβαν και άλλες άφηναν να φανούν τα μάτια του.. Τα ρούχα του βρώμικα και αυτά.. Ένα πουκάμισο ανοιχτό μπλε και ένα παντελόνι που μου θύμισαν χωρίς να το θέλω τον πατέρα μου.. Ποτέ του δεν τον ένοιαζε να ντύνεται καλά, άνθρωπος του μόχθου ζούσε για την δουλειά του.. Εκείνο μόνο τον ευχαριστούσε.. Τίποτα άλλο δεν τον ένοιαζε.. Ξέρεις όποιος δεν έχει ζήσει μέσα στην φτώχεια δεν μπορεί να καταλάβει τι σημαίνει πραγματική πείνα. Και τα παλιά χρόνια τότε που δεν υπήρχαν ανέσεις ο κόσμος όταν έλεγε πεινούσε, πραγματικά πεινούσε.

Είχα καρφωμένο το βλέμμα μου πάνω του σαν γύρισε και με κοίταξε, δεν πρόλαβα να κοιτάξω αλλού, ίσως και να μην ήθελα, ένιωσα λύπη.

Αλήθεια πόσο λεπτή είναι η γραμμή της τρέλας με την λογική.

Πόσο κοντά είναι οι πλούσιοι και οι φτωχοί;

Πόσο απέχει η ευτυχία από την δυστυχία;

Πόσο γρήγορα περνούν τα χρόνια..

Κάποτε θυμάμαι ένα παιδί να παίζει και να βιάζεται να μεγαλώσει.. Να λέει από μέσα του θέλω να γίνω σαν εκείνους και εγώ..

Τώρα βλέπω έναν γέρο να αργοπεθαίνει κάθε ξημέρωμα έχοντας αγκαλιάσει το μοναδικό πράμα που στον κόσμο αγάπησε.

Την μοναξιά του.

Σιγά σιγά αρχίζω να καταλαβαίνω για ποιο λόγο αποφεύγω να κοιτάζω στα μάτια.. είναι γιατί πολλές φορές με πληγώνουν τα βλέμματα.

Φοβάμαι πως θα πεθάνουμε και δεν θα έχουμε προλάβει να κάμουμε ούτε ένα πράμα που να αξίζει σε αυτήν την ζωή.

Ανοίγω την μπαλκονόπορτα, βάζω λίγο τροφή στην Μαρισούλα, τελευταία μου είναι πολύ ήσυχη..

– Τι θες μωρή; πήγαινε καμιά βόλτα..

– Νιαρρρρ..

Όλο με γυροφέρνει και όλο χάδια θέλει και με εκνευρίζει, της ρίχνω καμιά κλωτσιά να πάει πιο χάμω μα κείνη όλο και ξανάρχεται κοντά μου.. Ποιος θα μου το έλεγε πως το μοναδικό θηλυκό που μπορεί να με ανεχτεί έχει ουρά και 4 πόδια, ενίοτε γλείφει τον κώλο της με ευλυγισία Κομανέτσι.

Νιώθω κουρασμένος και άσχημος, χαζεύω τα άβαταρ σας και λέω δεν μπορεί εγώ τι σχέση έχω με όλα αυτά.. Κοίτα εδώ τα παιδιά.. Βγαίνουν, γελούν, ερωτεύονται, περνούν χαρούμενα και διαμαρτύρονται για απλά πράματα όπως τα κουνούπια και τα τζιτζίκια.. Εμένα μ’ αρέσουν και τα δυο..

Υπάρχει τόση ομορφιά ανάμεσα μου που νιώθω σαν μια παχιά μύγα αρχές Σεπτέμβρη που ξέχασε να πεθάνει μόλις τελείωσε το καλοκαίρι.

Απόψε μωρό μου θα σε αντάλλαζα με ένα φίνο μπουκάλι ρούμι, αρκεί να ερχόσουν εσύ, έστω για λίγο, να μου το δώσεις..

Να κάτσεις δίπλα μου όπως παλιά και να χαϊδέψεις τα γένια μου, να φέρεις κοντά το πρόσωπό σου.. να μου ψιθυρίσεις δειλά πόσο με θες.. να γεμίσεις το ποτήρι μου με πιοτό, να με φιλήσεις στα χείλη εκεί στο πλάι.. να νιώσω τις μικρές παλάμες σου στο πρόσωπό μου.. να κλείσω τα μάτια και να σε πιω ολόκληρη, να σηκώσεις το ποτήρι στα χείλη μου και να μου χαϊδέψεις τα μαλλιά.. να μου πεις «μου έλειψες» και εγώ να χαμογελώ.. να ανοίγω τα μάτια και να μην υπάρχεις πουθενά.. ΠΟΥΘΕΝΑ.. γιατί όσο και αν το μυαλό προσπαθεί να σε κάμει να έρθεις κοντά, όσο η σκέψη σε κρατά κοντά μου.. τόσο τα μάτια μου θυμίζουν πως δεν είσαι εδώ..

Ένα μπουκάλι ρούμι και ένα σ’αγαπώ που σκόνταψε μπροστά μας.. κανείς δεν το σήκωσε και κείνο ντράπηκε και έφυγε.

Υπάρχουν νύχτες μικρή μου που νιώθω τόσο μόνος.. και είναι αυτή η μοναξιά που με κρατά ζωντανό..

ζωντανό; ΔΙΑΟΛΕ! Απόψε έχει άπνοια.

Είναι η αγάπη μωρό μου αυτές οι μικρές στιγμές που θα κουβαλάς πάντα μαζί σου, που θα σε κάμουν να γελάς, έτσι.. χωρίς λόγο,

..κατί βραδιές που θα φέρνεις στα χείλη μου ένα ποτήρι φίνο ρούμι.

Επιμέλεια κειμένου και εικονογράφηση: Μαρία Π.

Σχόλια:

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s