Το σκιάχτρο.

Μείνε μαζί μου απόψε κι ας είναι για μια νύχτα..

Πάρε με αγκαλιά και χάιδεψε με απαλά στο κούτελο, άσε με να μυρίσω την ανάσα σου σαν πλησιάζεις στα χείλη μου κοντά..
Μια ανάσα δώσ΄μου και εμένα και ένα φιλί..
Απόψε θέλω να είμαστε φίλοι και όχι εχθροί..

Γιατί τα γαμημένα χρόνια περνούν και μαζί με αυτά εγώ χάνω σιγά σιγά κάτι από μένα..
Ένα παιδί που σταμάτησε στις καλαμιές να παίξει..
Ένα παιδί που χάθηκε για λίγο στην ανεμελιά του καλοκαιριού.. Ξέρεις.. Το βρίσκω όλο και πιο δύσκολο πια..
Όλο και βαθύτερα χάνεται ένα καλοκαίρι σαν και τούτο σε εκείνες τις τεράστιες καλαμιές..
Μοιάζουν σαν χέρια πελώρια που το αγκαλιάζουν..
Χέρια πελώρια, μητρική ξερακιανή φιγούρα που στέκει σαν σκιάχτρο σε ένα χωράφι άγονο χρόνια τώρα.. Προσμονή, πόνος, κρύο, σκοτάδι..
Μα σαν έρχεται το καλοκαίρι το σκιάχτρο ακούει την φωνή μου.. Αλλιώτικη, τσιριχτή, με καλεί κοντά του και εγώ τρέχω με όλη μου την ορμή κατά πάνω του..
Κείνο λίγο σαλεύει τα ξερακιανά του χέρια και χάνεται στην αγκαλιά μου..
Και το βγάζω από το χώμα, δυο κιλά μόνο ζυγίζει..
Και ψηλά το κρατώ..
Κείνο στην αγκαλιά μου γελά, γελά δυνατά και το γέλιο του φτάνει ως την άκρη της Γης. Στεντό, καθάριο.. Όπως τα χρόνια που έζησε μακριά μου περιμένοντας αυτό το καλοκαίρι..
Και ένα δάκρυ κυλά. Ένα δάκρυ βουβό, σπόρος ντροπής πέφτει χάμου και φυτρώνει στο χώμα..
Το χώμα τούτο το στεγνό, ετούτο το χώμα που το σκιάχτρο δεν πατά πια..
Μόνο στα χέρια του παιδιού κλαίει και γελά..
«Άσε με κάτω, ακόμα δεν κουράστηκες να με κρατάς;»
«Ποτέ! Ποτέ κάτω μ’ακούς! Ποτέ!»
«Γιόκα μου το καλοκαίρι κάποια στιγμή τελειώνει, η ΑΓΑΠΗ της μάνας για το παιδί της δεν λογιάζει καλοκαίρια και χειμώνες.. Δεν λογιάζει πολύ ή λίγο.. Η αγάπη της μάνας για το παιδί της είναι σαν τις καλαμιές τριγύρω σου..»
Το σκιάχτρο πάτησε γερά στην γη και με τα ξερακιανά του χέρια σήκωσε το μικρό παιδί ψηλά..
«Θυμάσαι που όταν ήσουν μικρός έτσι σε έπαιρνα αγκαλιά; Κοίτα, κοίτα γύρω σου τις καλαμιές Γιε μου!»
Ο μικρός γύρισε το βλέμμα του αριστερά και δεξιά.. Κοίταξε πίσω του και μπροστά του.. Σήκωσε ακόμη και το βλέμμα ψηλότερα να δει πίσω από αυτές, μα μάταια μπορούσε να διακρίνει κάτι άλλο εκτός από τις καλαμιές..
Το χώμα, το άγονο, το ξερό, κείνο το χώμα που έμοιαζε με απόκοσμο τοπίο είναι τώρα γεμάτο καλαμιές.
Το σκιάχτρο τον άφησε σιγά σιγά χάμω δίνοντάς του ένα φιλί στο μέτωπο..
«Να προσέχεις γιόκα μου.»
Το τοπίο ξαφνικά έγινε πάλι σκοτεινό και απόκοσμο, ένα φοβισμένο παιδί λουσμένο στον ιδρώτα και την καλοκαιρινή μπόρα βγήκε τρομαγμένο μέσα από τις πελώριες καλαμιές, πήρε μια βαθιά ανάσα, κοντοστάθηκε και κοίταξε πίσω του..
Το σκιάχτρο ίσα που φαινόταν πια, δυο σπίθες για μάτια και δυο ξερακιανά χέρια..
Η βροχή συνέχισε να δυναμώνει λες και ήθελε να ξεπλύνει τα δάκρυα από το πρόσωπό του..
Λες και ήθελε να ποτίσει με ΒΙΑ το άνυδρο χώμα..
Λες και ήθελε να κρύψει, το βουβό κλάμα του σκιάχτρου..

Επιμέλεια κειμένου και εικονογράφηση: Μαρία Π.

Σχόλια:

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s