Το Βασίλειο της Ευτυχίας.

Πρόλογος

Μια φορά και έναν καιρό ήταν μια καρδιά που άφησε το λίγο για το πολύ, που προσπάθησε να πετάξει ψηλά και γκρεμοτσακίστηκε, γκρεμοτσακίστηκε πριν τα φτερά της λιώσουν σαν τον Ίκαρο και πέσει με τα μούτρα στην θάλασσα της, θάλασσα βαθιά, μαύρη, σκοτεινή, απέραντη.. έχουν πνιγεί μέσα της όλα εκείνα που δεν άντεχε.. έχει πνιγεί μέσα της οτιδήποτε προσπαθούσε να ξυπνήσει το Θεριό..
Ξέρεις, πολλές φορές είναι δύσκολο να ξεχωρίσεις μέχρι που φθάνουν τα όρια σου..

Μέσα στο μυαλό σου έχεις τον εαυτό σου τόσο ψηλά που λες δεν γαμιέται, εγώ αντέχω.. στα αρχίδια μου όλα..

Τι είναι ο Έρωτας, η Αγάπη, τι είναι αυτή η μοναδική φορά που θα έρθει και θα ξέρεις πως είναι ΕΚΕΙΝΗ..

Στα αρχίδια μου όλα.. δεν παίρνω χαμπάρι εγώ από αυτά.. όλες οι γυναίκες είναι ίδιες.. πουτάνες.. ένα γαμήσι για να περνά η ώρα.. και κάπου εκεί γελάς και αναρωτιέσαι πότε θα είναι η επόμενη παρτούζα που θα κανονίσεις για να περάσουν οι φίλοι σου καλά..

Όλα για τους φίλους!

Πότε θα είναι η επόμενη γκόμενα που θα γνωρίσεις γιατί την συγκεκριμένη την έχεις πηδήξει δυο-τρεις φορές και τώρα την βαρέθηκες.. πότε θα είναι η επόμενη, η επόμενη, η επόμενη..

Και κάπως έτσι περνούν τα χρόνια. Ανέμελα, αδιάφορα, ανεπηρέαστα από τα τείχη που έχεις απλώσει ολόγυρα σου…

Το παραμύθι

Έχεις δημιουργήσει ένα πελώριο τείχος που οποιαδήποτε προσπάθεια θα κάνει κάποιος για να το περάσει πέφτει στο κενό.. ένα τείχος που μέσα σε αυτό ζεις σαν άλλος Καλιγούλας, ικανοποιείς οτιδήποτε φτιάχνει το βρώμικο μυαλό σου.. τα χρόνια περνούν, το τείχος όλο και μεγαλώνει και μέσα του οι αυλικοί και ο Βασιλιάς ξοδεύουν τις μέρες τους μέσα σε ατέλειωτα γαμήσια, αλκοόλ και τραγούδια.. κάθε μέρα.. κάθε χρόνο.. ώσπου το τείχος αρχίζει να ψηλώνει τόσο που ο Ήλιος που κάποτε ζέσταινε τις πέτρες του κάστρου και τα χλωμά σας πρόσωπα με το ζόρι φθάνει πια να σας ζεστάνει. Κάθε μέρα όλο και λιγότερες ώρες φωτίζει πάνω από τα κεφάλια σας και μένουν οι αυλικοί να κάθονται σε μια απογιούρα… μέχρι το βράδυ να έρθει ξανά και να αρχίσουν οι χοροί.. γυναίκες να παρελάσουν από τις αίθουσες του κάστρου και να σας προσφέρουν απλόχερα και λίγο βαριεστημένα, κάποιες φορές,  την γυναικεία μυρουδιά τους, τα σαρκώδη χείλη τους και το ιδρωμένο κορμί τους..
Περνούν τα χρόνια και ο Βασιλιάς μεγαλώνει, το ίδιο και οι αυλικοί του.. δεν του φθάνει να περιμένει το γλέντι κάθε βράδυ, το κρασί δεν τον «πιάνει» πια και οι γυναίκες όσο όμορφες κι αν είναι δεν τον ενθουσιάζουν όπως έκαμαν παλιά.. κάθε χρόνο αυτό το τείχος ψηλώνει και άλλο.. αν σταθείς έξω από το κάστρο μετά βίας θα μπορείς να δεις τους τέσσερις χρωματιστούς πυργίσκους σήμα κατατεθέν του αμαρτωλού Βασιλείου..

Κανείς δεν μπορούσε να καταλάβει πως το τείχος ξαφνικά το πρωί της εβδόμης Αυγούστου κάθε χρόνο ανελλιπώς πρόσθετε άλλο ένα μέτρο στο ύψος του..

Φήμες έλεγαν πως ο Βασιλιάς είχε κάμει μια συμφωνία με μια νεράιδα χρόνια δεκαπέντε πριν..

Τότε, εκείνο το βράδυ καθώς καθόταν λίγο στενάχωρος στο μπαλκόνι του ήρθε και τον ρώτησε τι πραγματικά θέλει από την ζωή του..

Εκείνος στην αρχή ταράχτηκε σαν είδε εκείνη την πρόσχαρη νεράιδα να κάθεται στο μαρμάρινο περβάζι και να του χαμογελά με το ηλίθιο ραβδί της, ήταν σαν πυγολαμπίδα, ο ωραίος κώλος της είχε πάρει φωτιά και φορούσε ένα πράσινο λίγο σέξυ θα το έλεγες κορμάκι..

– Βασιλιά μου τι θα ήθελες από την ζωή σου; Πως θα ήσουν ευτυχισμένος;

– Μα θέλει και ρώτημα;!

Φώναξε ο Βασιλιάς..

– Θέλω κάθε βράδυ να έχω τους φίλους μου, πανέμορφες γυναίκες να με πλαισιώνουν, δυνατές μουσικές να χαϊδεύουν τα αυτιά μου και το κρασί να ρέει τόσο άφθονο που οι βρύσες του κάστρου αντί για νερό να βγάζουν το πιο μεθυστικό κρασί..

– Μπορώ να σου πραγματοποιήσω την επιθυμία σου αλλά θέλω να σκεφτείς ξανά.. Τι θα σε έκανε πραγματικά ευτυχισμένο;

– Σου είπα ηλίθιο πλάσμα! Αυτό! Αυτό ακριβώς..

– Κάθε χρόνο Βασιλιά μου ανήμερα των γενεθλίων σου τα τείχη του κάστρου σου θα ψηλώνουν ένα μέτρο.. σε αντάλλαγμα θα έχεις όλα αυτά που μου ζήτησες.. Ευτυχισμένος;

– Ευτυχισμένος!

είπε ο Βασιλιάς μην πιστεύοντας και ο ίδιος τα λόγια της, μην πιστεύοντας καν ότι όλα αυτά που είχε δει ήταν πραγματικότητα και καταριόταν εκείνον τον γελωτοποιό που του έδωσε να δοκιμάσει τα «μανιτάρια του δάσους»..

«Να θυμηθώ το πρωί να τον κρεμάσουν τον πούστη! Αυτά τα μανιτάρια μόνο ευφορία δεν μου έφεραν..»

Με αυτά τα λόγια αποκοιμήθηκε ξημερώματα εβδόμης Αυγούστου..

Το πρωί όλο το κάστρο γιόρταζε τα γενέθλια του Βασιλιά..

Δώρα, τραγούδια, γελωτοποιοί, γυναίκες ντυμένες με τα πιο όμορφα τους ρούχα, όλοι γιόρταζαν τα γενέθλια του Βασιλιά τους..

Εκείνος σηκώθηκε κατά το μεσημέρι, έφαγε ένα καλό πρωινό στο κρεβάτι, έκανε ένα δροσιστικό ντουζ, φόρεσε την επίσημη φορεσιά του και βγήκε στο μπαλκόνι να χαιρετήσει το πλήθος που τον επευφημούσε..

«ΖΗΤΩ ο Βασιλιάς μας! Ζήτω ο Βασιλιάς μας!»

Του άρεσε που τον αγαπούσε τόσο ο λαός του, που πάνω του έβλεπαν τα όνειρα τους να γίνονται πραγματικότητα, του άρεσε αυτό που έβλεπε κάθε πρωί στον καθρέπτη..

«Βασιλιά! Βασιλιά! Θαύμα! Θαύμα! Θαύμα! Κρασί στάζει απ’ όλες τις βρύσες του κάστρου.. κρασί που όμοιο του δεν έχουν ξανακουμπήσει χείλη ανθρώπινα! Θαύμα! Θαύμα! Θαύμα!»

Ένας αυλικός έτρεχε πάνω κάτω στην κάμαρα του Βασιλιά περιμένοντας πως και πως να τον ενημερώσει… πριν προλάβει να του εξηγήσει για το κρασί που βγαίνει από τις βρύσες του κάστρου η πελώρια πύλη άνοιξε και ο κόσμος άρχισε να φωνάζει σαν τρελός..

Γυναίκες.. γυναίκες κάθε λογής.. ψηλές, κοντές, ξανθιές, μελαχρινές, σκουρόχρωμες και κάτασπρες σαν βγαλμένες από τα πιο όμορφα παραμύθια με μυρουδιές που κανείς άνδρας δεν είχε ξαναμυρίσει άρχισαν να μπαίνουν η μια μετά την άλλη στην σειρά στο εσωτερικό του κάστρου..

«ΘΑΥΜΑ! ΘΑΥΜΑ!»

Φώναζαν οι αυλικοί που το μόνο πράμα που έβλεπαν σε γυναίκα ήταν κάτι σταφιδιασμένες εργάτριες, με χέρια σκληρά σαν πέτρα, εργάτριες και μάνες, άσχημες και αδιάφορες..

Πίσω από τις γυναίκες μια τεράστια καλοκουρδισμένη μπάντα ακολουθούσε παίζοντας τα πιο όμορφα τραγούδια και κάνοντας τους αυλικούς εκστασιασμένους να φωνάζουν

«ΖΗΤΩ Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ! ΖΗΤΩ Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ!»

Όλοι νόμισαν πως αυτό ήταν το δώρο του Βασιλιά για τον λαό του μα μόνο εκείνος πίσω από το πλατύ χαμόγελο του προσπαθούσε να καταλάβει αν το χθεσινό βράδυ ονειρεύτηκε την νεράιδα ή όχι..

Όλοι γελούσαν και φώναζαν μα μόνο τα μάτια του Βασιλιά ήταν συνέχεια καρφωμένα στα τείχη….

Κανείς εκείνη την μέρα δεν παρατήρησε πως τα τείχη του κάστρου μόλις είχαν ψηλώσει ένα μέτρο.

Τα χρόνια περνούσαν και σιγά σιγά σε όλον τον τότε γνωστό κόσμο απλώθηκε μια φήμη για το «Βασίλειο της Ευτυχίας», ένα Βασίλειο που όποιος έμπαινε μέσα ξεχνούσε να φύγει.. μαγευόταν απ’ όλες τις ομορφιές του κόσμου και ξεχνούσε όλα του τα προβλήματα.. κόσμος κατέφθανε από παντού για να ζήσει, έστω και σαν επισκέπτης, λίγο την μαγεία αυτού του Βασιλείου.. όλοι μιλούσαν για κείνον τον ψηλό Βασιλιά με τα καστανά μαλλιά και τα διαπεραστικά πράσινα μάτια που σαν νύχτωνε εμφανιζόταν στο μπαλκόνι του και έδινε το σύνθημα για να ξεκινήσει ένα ακόμα βράδυ ακολασίας, ένα ακόμα βράδυ που τα γέλια και οι φωνές κρατούσαν ξάγρυπνα τα ζώα του δάσους..

Κανείς μα κανείς δεν παρατηρούσε πως την έβδομη μέρα του Αυγούστου τα τείχη είχαν σηκωθεί άλλο ένα μέτρο..

Πέρασαν και άλλα χρόνια ώσπου οι πρώτοι αυλικοί, εκείνοι που είχαν κυρίως την ευθύνη για την συντήρηση του κάστρου, πλησίασαν τον Βασιλιά για να τον ενημερώσουν για ένα περίεργο φαινόμενο που μόλις είχαν ανακαλύψει..

– Βασιλιά θα θέλαμε να σας ενημερώσουμε πως σύμφωνα με μελέτες μας τα τείχη του κάστρου έχουν ψηλώσει εννιά μέτρα και πενήντα εκατοστά!

– Δέκα..

Τους απαντά ο Βασιλιάς..

– Δέκα χρόνια έχουν περάσει, δέκα μέτρα ψηλότερα είναι τα τείχη..

– Βασιλιά μας πως είναι δυνατόν; Τι σχέση έχουν τα χρόνια με τα τείχη;

– Ρωτήστε την νεράιδα, εκείνη θα σας πει.. τώρα φύγετε από μπροστά μου.. δέκα χρόνια σας πήρε ολόκληρα να καταλάβετε πως τα τείχη ψηλώνουν, άχρηστοι! Που να βρείτε χρόνο για μελέτη όταν όλοι την μέρα γυρνάτε μεθυσμένοι στα σοκάκια.. Φύγετε από μπροστά μου..

Στα χρόνια που πέρασαν κανείς δεν μπορούσε πια να μην δει καθαρά πως το κάστρο χανόταν σιγά σιγά πίσω από τα τείχη.. κανείς δεν μπορούσε να μην δει καθαρά πως ο ήλιος έφθανε για να τους ζεστάνει όλο και πιο αργά.. ακόμα και τα μικρά καταστήματα δεν άνοιγαν τα πρωινά.. η ζωή ξεκινούσε κάθε χρόνο όλο και πιο αργά.. στις δώδεκα, στις μία, στις δύο.. ώσπου δεν έμεναν παρά μόνο μια-δυο ώρες ήλιου πριν η νύχτα έρθει πάλι και αρχίσουν τα γλέντια και τα τραγούδια..

Οι άνθρωποι που βρίσκονταν μέσα στο κάστρο άρχιζαν να αλλάζουν.. Γινόντουσαν όλο και πιο λευκοί, με μάτια κουρασμένα, ατημέλητοι κυκλοφορούσαν και μεθυσμένοι, άλλες φορές τραγουδώντας και άλλες φορές παραπατώντας στα βρώμικα σοκάκια.. η απουσία του ήλιου θα μπορούσες να πεις πως έκαμε τους ανθρώπους λιγότερο χαμογελαστούς, λιγότερο ομιλητικούς και περισσότερο αδιάφορους για τον διπλανό τους..

Κάθε που πέθαινε ένας μέθυσος σε μια γωνιά, τουμπανιασμένος από το πολύ κρασί και το γαμήσι, τον άφηναν εκεί ώσπου να έρθουν τα όρνια να τον φάνε ή ώσπου ο νεκροθάφτης να βρει μια νηφάλια μέρα για να τον θάψει..

Ξαφνικά το «Βασίλειο της Ευτυχίας» έγινε ένας τόπος που κανείς δεν ήθελε να πλησιάσει.. σταμάτησαν οι επισκέψεις γιατί κυκλοφορούσε πια η φήμη πως ήταν καταραμένο.. Κάποιοι είχαν ακούσει την ιστορία του Βασιλιά και της νεράιδας και από στόμα σε στόμα δεν άργησε να μαθευτεί στα πέρατα του τότε γνωστού κόσμου..

Όλοι μιλούσαν για έναν Βασιλιά ψηλό σαν δέντρο και βλέμμα που έβγαζε κόκκινες σπίθες σαν τολμούσες να τον κοιτάξεις στα μάτια, έναν τύραννο που εμφανιζόταν όλο και πιο σπάνια στο μπαλκόνι του.. δεν έδινε εκείνος το σύνθημα για να ξεκινήσει το γλέντι.. σπάνια κάποιος θα μπορούσε να τον δει φευγαλέα να περιφέρεται στους διαδρόμους.. όλη την μέρα λένε πως την περνούσε στο δωμάτιο του..

Μόνος. Καθόταν σε μια πολυθρόνα που κοιτούσε απέναντι στα τείχη και προσπαθούσε να δει τον ήλιο έστω για δυο ώρες.. λένε πως δεν μιλούσε σε κανέναν πια, πως ο μόνος λόγος που σηκωνόταν από το κρεβάτι του ήταν αυτές οι δυο ώρες όπου ο ήλιος περνούσε πάνω από τα κεφάλια τους.. λένε πως πια δεν ζητούσε γυναίκες στο δωμάτιο του και το μόνο πράμα που ζητούσε είναι να μην τον ενοχλεί κανείς.

Ήταν ξημερώματα της εβδόμης Αυγούστου όταν στο περβάζι φάνηκε η μικροσκοπική φιγούρα της νεράιδας..

«Βασιλιά μου! Τι κάνεις εδώ; Γιατί δεν είσαι κάτω στο γλέντι; Γιατί δεν είσαι στις φωνές και τα τραγούδια; Αύριο τα τείχη θα ψηλώσουν ακόμα ένα μέτρο, από αύριο μπορείς να απολαύσεις μια ζωή χωρίς ήλιο! Θα μπορείς να γλεντάς από το πρωί! Θα είναι σαν να έχεις την νύχτα όλη δική σου! Θα είσαι Ευτυχισμένος!»

Ο Βασιλιάς με κόπο σήκωσε το βλέμμα του, τα ξερακιανά του χέρια έπιασαν το μπράτσο της πολυθρόνας και σηκώθηκε αργά.. πήρε μια βαθιά ανάσα και άφησε δίχως ντροπή τον πιο θλιμμένο αναστεναγμό..

«Τι έχεις Βασιλιά μου; Αυτό δεν μου ζήτησες; Δεν είσαι Ευτυχισμένος;»

Ο Βασιλιάς γύρισε το βλέμμα του προς το μέρος της, ένα βλέμμα κενό που ο,τι και αν έλεγαν οι φήμες σε τίποτα δεν έμοιαζαν τούτα τα μάτια με σπίθες κόκκινες..

«Η Ευτυχία μικρή μου νεράιδα είναι όλα αυτά που εγώ απέφευγα να δω τόσα χρόνια. Ευτυχία είναι ο ήλιος, ο ήχος των πουλιών σαν κελαηδούν το πρωί χαρούμενα, το νερό που τρέχει δροσερό και ξεδιψά τα χείλη, οι μάνες εργάτριες και τα γεμάτα ρόζους χέρια τους. Ευτυχία είναι εκείνο το χάδι που ποτέ δεν ένιωσα, εκείνη η αγκαλιά που ΠΟΤΕ δεν ζήτησα, εκείνη η μυρουδιά που δεν μπερδεύεται με άλλες.. εκείνη η μυρουδιά η ΜΟΝΑΔΙΚΗ που ποτέ δεν μύρισα. Ευτυχία μικρή μου νεράιδα είναι τα βλέμματα των ερωτευμένων ανθρώπων, είναι οι ατέλειες στο πρόσωπο της που τόσο όμορφα τις φωτίζει ο ήλιος, ευτυχία μικρή μου νεράιδα είναι σαν χάνεσαι μέσα στην αγκαλιά της, σαν εκείνη την μοναδική στιγμή που τα δυο σας σώματα γίνονται ένα και όλος ο κόσμος γύρω σου εξαφανίζεται. Ευτυχία μικρή μου νεράιδα είναι όλα αυτά που εγώ δεν έζησα.»

Η νεράιδα πέταξε πάνω από το κεφάλι του δυο-τρεις φορές και έκατσε στον ώμο του απαλά.. πλησίασε στο αυτί του και του ψιθύρισε..

«Η Ευτυχία καλέ μου Βασιλιά πάντα θα βρίσκεται στο ΦΩΣ, ποτέ στο ΣΚΟΤΑΔΙ»

αυτό του είπε.. και ύστερα τον φίλησε απαλά στο μάγουλο και πέταξε μακριά..

Ήταν η τελευταία φορά που ειδώθηκαν..

Μετά από λίγα χρόνια κανείς δεν είχε διάθεση να πλησιάσει το «Βασίλειο της Ευτυχίας».. οι βρύσες συνέχισαν να βγάζουν κρασί, μόνο που πια όλοι είχαν συνηθίσει την γεύση του και το είχαν σιχαθεί.. παρακαλούσαν για λίγο νερό αλλά μάταια.. οι όμορφες γυναίκες είχαν πια γεράσει και τα υπέροχα όργανα της καλοκουρδισμένης μπάντας είχαν σκουριάσει.. κανείς δεν γλεντούσε παρά υπομονετικά περίμεναν τον θάνατο να τους λυτρώσει..

Ο μύθος λέει πως αν σταθείς έξω από το κάστρο ξημερώματα της εβδόμης Αυγούστου μπορεί να μην μπορείς να δεις πίσω από αυτά τα πελώρια τείχη μα κάπου κει πριν το ξημέρωμα, θα ακούσεις τον πιο θλιμμένο αναστεναγμό,

..στο «Βασίλειο της Ευτυχίας».

Advertisements

3 σκέψεις σχετικά με το “Το Βασίλειο της Ευτυχίας.

Σχόλια:

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s