Ένας πεινασμένος σκύλος.

Στα θέλω μιας νύχτας κρύας σαν την αποψινή, στην βουβαμάρα μιας σχέσης που αργοπεθαίνει στον καναπέ, στο αδέσποτο σκυλί που κλαίει από την πείνα δυο στενά κάτω από το σπίτι σου.

Είσαι μόνος απόψε όπως κάθε βράδυ. Μόνος να παλεύεις τις θύμησες που πολιορκούν το μυαλό σου χωρίς ενδοιασμούς, που βιάζουν το γαμημένο σου κεφάλι ξανά και ξανά με τα ίδια μονότονα πράματα.

Τι κάνω στην ζωή μου.. πως την αφήνω να περνά έτσι.. ανοίγεις την μπαλκονόπορτα να πάρεις αέρα..έχει πιάσει το ψιλό βρόχο να ξεπλένει αυτήν τη βρώμικη πόλη.. ο κόσμος έχει μαζευτεί κάτω από υπόστεγα καπνίζοντας βρεγμένα τσιγάρα και ζεσταίνοντας τις ψυχές τους με τσίπουρο..

Γέλια.. χαρά.. φωνές.. ένα σκυλί ακόμα κλαίει… έχει να φάει μέρες και τα κόκαλα του άρχισαν να φαίνονται… αδύναμο στην γωνιά του πεζοδρομίου προσπαθεί να φυλαχτεί από τις σταγόνες της βροχής και το αγιάζι.. δεν μπορείς να μην το κοιτάξεις.. είναι ο ήχος του σπαρακτικός… ντύνεσαι πρόχειρα, μια ομπρέλα, κατεβαίνεις κάτω στο δρόμο και ψάχνεις για να το βρεις..

Πάει καιρός από τότε που βγήκες από αυτό το σπίτι και νιώθεις ήδη την ανάγκη να ξαναγυρίσεις πίσω… μπροστά σου μια φιγούρα κείτεται δίπλα από έναν κάδο σκουπιδιών ανάμεσα σε δυο χαρτόνια και το σκυλί κουλουριασμένο δίπλα της..

ΔΙΑΟΛΕ!

Σαστίζεις και δεν ξέρεις τι πρέπει να κάνεις.. από την μια θα ήθελες να μην βίωνες μια τέτοια κατάσταση και από την άλλη είναι μπροστά σου..

Πλησιάζεις και καταλαβαίνεις πως η φιγούρα δεν σαλεύει και το σκυλί κλαίει δίπλα της..

Το τέλος έρχεται απλά.

Η ανθρώπινη ζωή είναι μέγεθος μετρήσιμο, είμαστε ένας αριθμός, αυτό που τώρα εσύ λες ζωή παύει να υπάρχει από την μια στιγμή στην άλλη.. μπροστά σου έχεις ένα νεκρό κουρέλι.. όχι δεν μοιάζει με άνθρωπο.. δεν μπορεί να είναι άνθρωπος αυτή η σάρκα που βλέπεις ανάμεσα στα κουρέλια..
Το σκυλί σε πλησιάζει και σου κουνά την ουρά του.. απλώνεις το χέρι σου και το χαϊδεύεις τρυφερά στο κεφάλι.. ένα σκουπιδιάρικο πίσω σου πλησιάζει να αδειάσει τον κάδο.. βάζουν μέσα το κουρέλι στον κάδο και το πετάνε στην φαγάνα του σκουπιδιάρικου.. το σκυλί γλείφει τα βρεμένα σου δάχτυλα δείχνοντας σου την αγάπη του.. με ένα νόημα το καλείς να σε ακολουθήσει.. κολλάει δίπλα στα πόδια σου και μετά βίας σε αφήνει να προχωρήσεις.. η καρδιά σου έχει πάρει φωτιά.. θες να ουρλιάξεις όπως έσκουζε το σκυλί πριν λίγα λεπτά..

Ανεβαίνετε μαζί την παλιά σου πολυκατοικία.. ανοίγεις την πόρτα και τρέχει σαν δαιμονισμένο μέσα στο σαλόνι κυνηγώντας την ουρά του..
Λίγο νερό και μπαγιάτικο σαλάμι.. και άλλο φαΐ.. και άλλο φαΐ.. νόμιζες πως θα σκάσει.. έφαγε και τίναξε το νερό από πάνω του.. το άφησες να γυρίζει μέσα στο σπίτι.. έπιασες πάλι το ποτό σου και κάθισες στην αγαπημένη σου πολυθρόνα.. έριξες δυο κούτσουρα στην φωτιά και άναψες τσιγάρο..

«Κωλομέρα σήμερα μικρέ μου ταξιδιώτη».

Εκείνο σε πλησίασε και έκατσε δίπλα σου..

Η φωτιά στέγνωσε γρήγορα την τρίχα του και μετά από λίγα λεπτά κοιμήθηκε…

Σε πήρε και εσένα ο ύπνος πέντε λεπτά αργότερα.

Το τζάκι έκαψε για δυο ώρες ακόμα και η βάρδια του σκουπιδιάρη έληξε στις έξι και μίση.

Σχόλια:

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s